ἐΰσσελμος

ἐΰσσελμος, [full] ἐΰσσωτρος, [dialect] Ep. for εὔσελμος, εὔσωτρος.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εΰσσελμος — ἐΰσσελμος, ον (Α) βλ. εύσελμος …   Dictionary of Greek

  • слемя — род. п. ене бревно, брус, перекладина , только русск. цслав. слѣмѧ, род. п. ене δοκός (ХI в.), наряду с этим позднее (ХVI в.) русск. соломина (Мi. LР 862; Торбьёрнссон 1, 97), болг. слеме (Младенов 590), сербохорв. шље̏ме, род. п. ена конек на… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • εύεδρος — η, ο (Α εὔεδρος, ον) νεοελλ. (ορυκτ.) ο κρύσταλλος που έχει κανονικές έδρες ή καθετί που έχει κανονικές κρυσταλλικές έδρες αρχ. 1. (για θεούς) αυτός που έχει λαμπρή έδρα, λαμπρό θρόνο («ἰὼ μάκαρες καὶ εὔεδροι», Αισχύλ.) 2. αυτός που κάθεται καλά …   Dictionary of Greek

  • εύσελμος — εὔσελμος και επικ. τ. ἐΰσσελμος, ον (Α) (για πλοία) αυτός που έχει καλά σέλματα, θέσεις για τους κωπηλάτες («νηὸς ἐϋσσέλμοιο», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + σέλμα] …   Dictionary of Greek

  • sel-2, su̯el- —     sel 2, su̯el     English meaning: beam, board     Deutsche Übersetzung: “Balken, Brett, from stems or Brettern Verfertigtes”     Material: O.E. selma, sealma, O.S. selmo “bed”, eig. “das wooden bedstead “; Lith. suolas “ bench “, Lith. sìlė… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.